Ακαδημαϊκή Γενική Ιατρική: Μια αναγκαιότητα για το Ελληνικό Πανεπιστήμιο

Ακαδημαϊκή Γενική Ιατρική: Μια αναγκαιότητα για το Ελληνικό Πανεπιστήμιο

Η χώρα μας διαθέτει αυτήν την στιγμή περισσότερους από 70.000 ιατρούς με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν περίπου 60.000 ειδικοί  διαφόρων ειδικοτήτων, 7.000 περίπου ειδικευόμενοι σ’ αυτές, κάποιοι άνευ ειδικότητος, μεγάλης ηλικίας, που ποτέ δεν μετρήθηκαν αλλά δεν ξεπερνούν τους 1.000 και, τέλος, μόλις 1800 ειδικευμένους και 700 ειδικευομένους στην Γενική/Οικογενειακή Ιατρική. Από την άλλη πλευρά, η Πανευρωπαϊκή μελέτη FICOSER υπολόγισε ότι  η Ελλάδα, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της σε ιατρούς, χρειάζεται συνολικά 20.000 ειδικευμένους στις διάφορες ειδικότητες και 7.000 ειδικευμένους στην Γενική/Οικογενειακή Ιατρική. Να σημειωθεί εδώ ότι αποτελούμε μοναδική εξαίρεση ανάμεσα στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπου το ποσοστό των γενικών/οικογενειακών ιατρών σε σχέση με τους ιατρούς των άλλων ειδικοτήτων, δεν είναι ποτέ κάτω του 30%. Η στρεβλή αυτή ανάπτυξη του ιατρικού δυναμικού οδηγεί σε υπερβολικές δαπάνες υγείας, παρέχει κατακερματισμένη και αποσπασματική φροντίδα αλλά και περίθαλψη και τελικά, παρά τις υπερβολικές δαπάνες, αφήνει ανικανοποίητο τον πληθυσμό και αρχίζει ήδη να κάμπτει τους άλλοτε εξαιρετικούς δείκτες υγείας του.

Θεωρούμε ότι υπάρχει ανάγκη συνολικής αναθεώρησης του συστήματος υγείας και της ιατρικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, ωστόσο, προκειμένου να αρχίσουμε από κάπου, επιλέξαμε να αποταθούμε στο Υπουργείο Παιδείας για να ζητήσουμε να αρχίσει την κάλυψη ενός κραυγαλέου κενού, που θεωρούμε ότι αφ’ ενός μεν είναι μια από τις ρίζες του κακού και αφ’ ετέρου μας βάζει σε εξαιρετικά δεινή θέση ανάμεσα στους Ευρωπαίους εταίρους μας : Οπως θα δείτε στην συνέχεια, η Ελλάδα το 2010 διαθέτει μόνον έναν Καθηγητή Α βαθμίδας, που, ενώ ανήκει στον Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο ίδιος επέλεξε το αντικείμενο της Γενικής Ιατρικής  και, πέρα από αυτό, σχεδόν το απόλυτο μηδέν. Μόνο 1 θέση λέκτορος Γενικής Ιατρικής βρέθηκε κατά τύχην στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και καλύφθηκε το 2009. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο φοιτητής της Ιατρικής  στην Ελλάδα δεν εκτίθεται στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα και την Γενική/Οικογενειακή Ιατρική. Αυτό έχει τα εξής αποτελέσματα :

 

  • Ινδαλματοποιώντας τους δασκάλους του, επιλέγει για την σταδιοδρομία του κυρίως ανάμεσα στις ειδικότητες που αυτοί κατέχουν και
  • Ως ειδικός, αντιμετωπίζει με καχυποψία και, πολλές φορές, με περιφρόνηση την Γενική/Οικογενειακή Ιατρική μη θεωρώντας την ουσιαστικά αντικείμενο της Ιατρικής, αφού δεν την διδάχθηκε. Αυτό δημιουργεί πραγματικές ταξικές αντιθέσεις ανάμεσα στους ιατρούς, με κακά αποτελέσματα στην διατομεακή συνεργασία, που είναι απαραίτητη συνιστώσα κάθε συστήματος υγείας.

 

Πρέπει εδώ να δηλώσουμε ότι σ’ αυτόν τον τομέα είμαστε πράγματι οι ουραγοί της Ευρώπης. Όταν ακόμη και η Μάλτα, η Σλοβενία, η Λετονία έχουν ακαδημαϊκά τμήματα Γενικής Ιατρικής, μένει χωρίς αυτά μόνον η Κύπρος και η Ελλάδα σε όλη την Ευρώπη.

Είμαστε στη διάθεσή σας για να σας εκθέσουμε αναλυτικά στοιχεία για κάθε Ευρωπαϊκό κράτος αλλά και αντίστοιχα του Καναδά, της Αυστραλίας κλπ. Περιοριζόμαστε εδώ να σας εκθέσουμε εν τάχει κάποια από αυτά.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό ορισμό της Γενικής/ Οικογενειακής Ιατρικής (WONCA 2002), η Γενική Ιατρική αποτελεί έναν ακαδημαϊκό και επιστημονικό κλάδο με το δικό του διακριτό εκπαιδευτικό περιεχόμενο, έρευνα, βάση επιστημονικών δεδομένων και κλινική δραστηριότητα και αποτελεί μία κλινική ειδικότητα προσανατολισμένη προς την πρωτοβάθμια φροντίδα (ΠΦΥ).

Η αναγνώριση της Γενικής Ιατρικής ως αυτοδύναμου αντικειμένου με τη σύσταση του πρώτου ανεξάρτητου ακαδημαϊκού τμήματος έλαβε χώρα πριν από πολλά χρόνια στο Εδιμβούργο (1957) ενώ το 1986 όλες οι Ιατρικές Σχολές του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν ήδη εντάξει τουλάχιστον έναν γενικό ιατρό στο διδακτικό τους προσωπικό. Το 2002 στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εικόνα της Γενικής Ιατρικής πλαισιώνεται από 31 ακαδημαϊκά τμήματα Γενικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, 66 καθηγητές και 164 στελέχη κλινικού και μη κλινικού ακαδημαϊκού προσωπικού, ενώ ακόμα και στην Τουρκία το σύνολο των Ιατρικών Σχολών έχουν αναγνωρίσει τη Γενική/Οικογενειακή Ιατρική ως αυτοδύναμο ακαδημαϊκό αντικείμενο.

Ανάμεσα στις χώρες που σημειώνεται σημαντική αντίσταση στην αναγνώριση της ακαδημαϊκής Γενικής Ιατρικής είναι και η Ελλάδα. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης που πρόσφατα εξέλεξε Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο τη Γενική Ιατρική και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, γεγονός που αποτέλεσε το επακόλουθο μιας μεμονωμένης χρονοβόρας προσπάθειας σε ακαδημαϊκό επίπεδο και ανάπτυξης ερευνητικών πρωτοβουλιών σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Αναφέρεται επίσης ότι η Ιατρική Σχολή των Ιωαννίνων εξέλεξε πριν από ένα έτος, μέλος ΔΕΠ στη βαθμίδα του Λέκτορα στο αντικείμενο της Γενικής Ιατρικής.

Η αναγνώριση της Γενικής Ιατρικής και της ΠΦΥ ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης έστρεψαν, το ερευνητικό και εκπαιδευτικό ενδιαφέρον στον προσδιορισμό προτύπων ποιότητας στην παροχή υπηρεσιών υγείας και στην ανάληψη αποτελεσματικών πρωτοβουλιών ερευνητικής δράσης στο χώρο της ΠΦΥ με σοβαρή επίπτωση στην υγεία του πληθυσμού στην κοινότητα.

Η άμεση προκήρυξη τουλάχιστον 1-2 θέσεων Γενικής Ιατρικής Γ’ ή Δ’ βαθμίδας σε κάθε Ιατρική Σχολή της χώρας μας, είναι ιδιαίτερης σημασίας για την υλοποίηση αποτελεσματικών δράσεων στην ΠΦΥ, ένα τομέα της υγείας που, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Ελληνικής πολιτικής και της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής Ιατρικής (ΕΛΕΓΕΙΑ) ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και μένουν να γίνουν ακόμη πολλά.

Η ‘εμφύτευση’ της ακαδημαϊκής Γενικής Ιατρικής στην επικράτεια με τη βούληση και τις άμεσες ενέργειες της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, θα καταστήσει εφικτή την αλλαγή της σημερινής κατάστασης σε ότι αφορά την αποδοτικότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών ΠΦΥ που θα παρέχονται σε εθνικό επίπεδο. Μέσα από την ανάπτυξη μονάδων ΠΦΥ με τη στήριξη της ακαδημαϊκής κοινότητας, είναι δυνατό να εξασφαλισθεί δέσμη ποιοτικών υπηρεσιών υγείας στο φυσικό περιβάλλον του πολίτη αλλά και να στηριχθούν ερευνητικές προσπάθειες που εστιάζουν στο άτομο, την οικογένεια και την κοινότητα.

Μποδοσάκης – Πρόδρομος Μερκούρης – Πρόεδρος ΕΛΕΓΕΙΑ – Δ/ντής ΕΣΥ
Χρήστος Λιονής – Καθηγητής Γενικής Ιατρικής και  Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας – Πανεπιστήμιο Κρήτης 

0 Απαντήσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Θέλετε να συμμετάσχετε στη συζήτηση;
Μη διστάσετε να συμβάλλετε!

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *